pavimento

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

pavimento λατινική < pavimentum, pavio

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pavimento pavimenti


pavimento (it)

  1. πάτωμα, η επιφάνεια σε έναν κλειστό χώρο όπου στρώνεται με λεία υλικά.
  2. (ιατρική) η κάτω επιφάνεια της στοματικής κοιλότητας
  3. (γεωγραφία) ο πυθμένας του ωκεανού πάνω από 3000 μέτρα βάθος