peșteră

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

peșteră < σλαβική peštera (βουλγαρικά) (πβ. (αρωμουνικά) bistiri̯áo, (νέα ελληνική) μπιστιριά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

peșteră (ro) θηλυκό (πληθυντικός: peșteri)