Μετάβαση στο περιεχόμενο

peaceably

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός peaceably
συγκριτικός more peaceably
υπερθετικός most peaceably

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
peaceably < peaceable + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

peaceably (en)

  1. ειρηνικά, με τρόπο χωρίς πόλεμο, βία ή λογομαχία
    παράδειγμα  The war has ended peaceably.
    Ο πόλεμος έχει τελειώσει ειρηνικά.
     συνώνυμα: peacefully
  2. ειρηνικά, με τρόπο που δείχνει ότι προσπαθώ να ζήσω εν ειρήνη και ότι δεν θέλω βία ή λογομαχία
    παράδειγμα  We want to live with our neighbors peaceably and with mutual respect.
    Θέλουμε να ζήσουμε ειρηνικά με τους γείτονές μας και με αμοιβαίο σεβασμό.
     συνώνυμα: peacefully