Μετάβαση στο περιεχόμενο

pedalo

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Pédalo, pédalo, pedalò

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pedalo pedalos / pedaloes

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pedalo < γαλλική pédalo

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpɛdələʊ/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pedalo (en) (βρετανικό)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]


Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • pedalo στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια



Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pedalo < λατινική pedalis

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /peˈdalo/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική pedalopedaloj
αιτιατική pedalonpedalojn

pedalo (eo)