peis

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Οξιτανικά (oc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

peis (oc) αρσενικό

  1. το ψάρι