pelón
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /peˈlon/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : pe‐lón
Επίθετο
[επεξεργασία]| ενικός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | pelón | pelones |
| θηλυκό | pelona | pelonas |
pelón (es)
- φαλακρός
- ※ 1997 - Pelón La Prensa [Εφημερίδα "La Prensa"], Un necio en España [Ένας ανόητος στην Ισπανία], 1997.
- Me encontré a un compañero español, chiquito y pelón, que me imagino no es como los que vinieron a impresionar a los indios nicas hace 500 y pico de años, a ofrecer espejos y pedir oro.
- Συνάντησα έναν Ισπανό συνάδελφο, κοντούλη και φαλακρό, που φαντάζομαι δεν είναι όπως εκείνοι που ήρθαν να εντυπωσιάσουν τους Ινδιάνους Νίκα πριν από 500 και κάτι χρόνια, να προσφέρουν καθρέφτες και να ζητάνε χρυσάφι.
- ≈ συνώνυμα: calvo, pelado, alopécico
- Me encontré a un compañero español, chiquito y pelón, que me imagino no es como los que vinieron a impresionar a los indios nicas hace 500 y pico de años, a ofrecer espejos y pedir oro.
- ※ 1997 - Pelón La Prensa [Εφημερίδα "La Prensa"], Un necio en España [Ένας ανόητος στην Ισπανία], 1997.
- είναι ταπί, δεν έχει ψωμί να φάει
- (Εκουαδόρ) μαλλιαρός, τρυφερός
- (Γουατεμάλα) παιδί
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| pelón | pelones |
pelón (es) αρσενικό
- (Μεξικό, Ονδούρα, Ελ Σαλβαδόρ, Νικαράγουα) (καθομιλουμένη) πέος
- (Παραγουάη, Αργεντινή, Ουρουγουάη) ροδάκινο
- (Ονδούρα) υπνάκος
- (Ελ Σαλβαδόρ) εκδορά
- (Ονδούρα) κατσάδα
- ≈ συνώνυμα: regaño, reprimenda
Πηγές
[επεξεργασία]- pelón - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.
- pelón - Damer (Diccionario de americanismos [Λεξικό αμερικανισμών] στα ισπανικά, για τα ισπανικά της Λατινικής Αμερικής), ASALE (Asociación de Academias de la Lengua Española [Ένωση Ακαδημιών της Ισπανικής Γλώσσας]), 1.ª edición [1η έκδοση], 2010