Μετάβαση στο περιεχόμενο

pelón

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pelón < pel(o) + -ón

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /peˈlon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: pelón

Επίθετο

[επεξεργασία]
ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό pelón pelones
θηλυκό pelona pelonas

pelón (es)

  1. φαλακρός
      1997 - Pelón La Prensa [Εφημερίδα "La Prensa"], Un necio en España [Ένας ανόητος στην Ισπανία], 1997.
    Me encontré a un compañero español, chiquito y pelón, que me imagino no es como los que vinieron a impresionar a los indios nicas hace 500 y pico de años, a ofrecer espejos y pedir oro.
    Συνάντησα έναν Ισπανό συνάδελφο, κοντούλη και φαλακρό, που φαντάζομαι δεν είναι όπως εκείνοι που ήρθαν να εντυπωσιάσουν τους Ινδιάνους Νίκα πριν από 500 και κάτι χρόνια, να προσφέρουν καθρέφτες και να ζητάνε χρυσάφι.
     συνώνυμα: calvo, pelado, alopécico
  2. είναι ταπί, δεν έχει ψωμί να φάει
  3. (Εκουαδόρ) μαλλιαρός, τρυφερός
  4. (Γουατεμάλα) παιδί
     συνώνυμα: niño, infante

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
pelón pelones

pelón (es) αρσενικό

  1. (Μεξικό, Ονδούρα, Ελ Σαλβαδόρ, Νικαράγουα) (καθομιλουμένη) πέος
     συνώνυμα: pene, falo, verga, pija, palo
  2. (Παραγουάη, Αργεντινή, Ουρουγουάη) ροδάκινο
     συνώνυμα: durazno, melocotón
  3. (Ονδούρα) υπνάκος
  4. (Ελ Σαλβαδόρ) εκδορά
     συνώνυμα: raspón
  5. (Ονδούρα) κατσάδα
     συνώνυμα: regaño, reprimenda