pellicule

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pellicule pellicules

pellicule (fr) θηλυκό

  1. το φιλμ (σε μια φωτογραφική μηχανή ή στον κινηματογράφο)
  2. (συνήθως στον πληθυντικό) η πιτυρίδα

Συνώνυμα[επεξεργασία]