peltek
Εμφάνιση
Τουρκικά (tr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- peltek < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική پلتك (peltek)
Επίθετο
[επεξεργασία]peltek (tr)
- νέα ελληνική: Πελτέκης (επώνυμο)
Πηγές
[επεξεργασία]- peltek - Sevan Nişanyan, Nişanyan Sözlük. Çağdaş Türkçenin Etimolojisi [Λεξικό (του) Νισανιάν. Ετυμολογία της σύγχρονης τουρκικής] μονόγλωσσο τουρκικό λεξικό του Σεβάν Νισανιάν, online από το 2002
- peltek - Türk Dil Kurumu, μονόγλωσσο τουρκικό Λεξικό @sozluk.gov.tr