pensionner

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

pensionner (fr)

  1. (μεταβατικό) συνταξιοδοτώ