Μετάβαση στο περιεχόμενο

pentamètre

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pentamètre pentamètres

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pentamètre (fr) αρσενικό