Μετάβαση στο περιεχόμενο

pericardio

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: pericárdio, perikardio

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
pericardio pericardios

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pericardio < (λόγιο δάνειο) αρχαία ελληνική περικάρδιον

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pe.ɾiˈkaɾ.ð̞jo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: pericardio

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pericardio (es) αρσενικό

  • (ανατομία) περικάρδιο
      1870 Calleja y Sánchez, Julián [Χουλιάν Καγέχα ι Σάντσες], Compendio de anatomía descriptiva y de embriología humanas, II [Σύνοψη περιγραφικής ανατομίας και ανθρώπινης εμβρυολογίας, Β'], σελ. 49, εκδ. Imprenta de Hijos de J. A. García [Τυπογραφείο των Υιών του Χ. Α. Γκαρσία]. 1870.
    En la superficie del órgano, debajo del pericardio, el tejido célulo-adiposo existe siempre, aunque en cantidad variable, y por lo regular proporcionada a la edad y al estado de gordura general […].
    Στην επιφάνεια του οργάνου, κάτω από το περικάρδιο, ο κυτταρολιπώδης ιστός υπάρχει πάντοτε, αν και σε μεταβαλλόμενη ποσότητα, συνήθως ανάλογη με την ηλικία και την γενική κατάσταση παχυσαρκίας […].