permeate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpɜːmiˌeɪt/

Ρήμα[επεξεργασία]

permeate (en)

the stress upon honor permeated the whole system of patrician values