Μετάβαση στο περιεχόμενο

permesilo

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
permesilo < permes- + -il- + -o

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική permesilopermesiloj
αιτιατική permesilonpermesilojn

permesilo (eo)

la Vikivortaro estas publikigitaj sub GFDL permesilo, το βικιλεξικό δημοσιεύεται υπό την άδεια GFDL