Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]


persistent (en)

  1. επίμονος (που δεν φεύγει)
    She has had a persistent cough for weeks.
  2. επίμονος (που επαναλαμβάνεται συνεχώς)
    There was a persistent knocking on the door.
  3. επίμονος (που διαρκεί)
    There have been persistent rumours for years.
  4. (φυτολογία) που δεν πέφτει μετά την ωρίμανσή του
    Pine cones have persistent scales.
  5. (πληροφορική) διατηρούμενα δεδομένα, δεδομένα που εξακολουθούν να είναι αποθηκευμένα και μετά την εκτέλεση του προγράμματος που τα δημιούργησε
    Once written to a disk file the data becomes persistent and it will still be there tomorrow when we run the next program.
    This way transient value becomes persistent.