persisting

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία en[επεξεργασία]

persisting (en) < persist +‎ -ing

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

persisting (en)