Μετάβαση στο περιεχόμενο

perskajpe

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
perskajpe < per + skajp + -e

Επίρρημα

[επεξεργασία]

perskajpe (eo)

  • μέσω του (προγράμματος) Skype (πολυμέσο που χρησιμοποιείται έντονα στην κοινότητα των εσπεραντοφώνων...)
kontaktu min perskajpe aŭ permesaĝe - επικοινωνήστε μαζί μου μέσω του Skype ή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο