personhood

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

personhood < person ("άτομο, πρόσωπο") + -hood ("-σύνη, -ότητα")

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

personhood (en) (μόνο ενικός) (φιλοσοφία)

  1. η προσωποσύνη· η ιδιότητα του να είναι κανείς άτομο, πρόσωπο
    οι ποιότητες, οι ιδιότητες, τα κριτήρια και τα χαρακτηριστικά που καθορίζουν την έννοια του προσώπου
  2. η ιδιότητα του να είναι κανείς συμπεριφορικά ανθρωπομορφικός, αλλά όχι απαραιτήτως άνθρωπος

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • personhood: η θεμελίωση της έννοιας του προσώπου
  • personality ("προσωπικότητα"): η ιδιάζουσα διαφοροποίηση (ηθολογική/συμπεριφορική, συναισθηματική/ψυχολογική, βιωματική, γνωστική κτλ.) έκαστου προσώπου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • personhood στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια
  • personality στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια