petit

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

petit (en)

  1. (νομικός όρος) ανήλικος


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

petit < δημώδης λατινική pittittus < από ένα εκφραστικό θέμα pitt-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /p(ə).ti/ και /t/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό petit petits
θηλυκό petite petites

petit (fr)

  1. μικρός, -άκι, χαμηλός
    un petit caillou - ένα πετραδάκι
    c’est un homme de petite taille - είναι ένας μικρός άντρας
    au petit pied: → δείτε τη λέξη: pied
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: bref, court, exigu, faible, médiocre, minime, minuscule, modeste, réduit
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: abondant, ample, colossal, considérable, copieux, étendu, géant, gigantesque, grand, grandiose, gros, immense, important, large, long, nombreux
  2. νέος, νεαρός, μικρός {στην ηλικία)
    quand j’étais petit, je jouais souvent à la balle - όταν ήμουν μικρός/νέος, έπαιζα συχνά μπάλα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: mineur
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: adulte, âgé, vieux
  3. μίζερος, ποταπός
    Ah ! Ce que tu dis est vraiment petit ! - Αχ! Αυτό που λες είναι πραγματικά ποταπό!
    M. le prince lui répondit fièrement qu'il était las de rendre compte de ses actions à de petits messieurs comme lui, qui en jugeraient à leur mode. (Valentin Conrart, Mémoires, 1652, στο Collection des mémoires relatifs à l'histoire de France, tome XLVIII ; Foucault libraire, Paris, 1825, σελ. 73)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: bas, mesquin, piètre
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: généreux, grand, grandiose, magnifique, noble

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό petit petits
θηλυκό petite petites

petit (fr)

  1. το παιδί
    viens ici, mon petit - έλα εδώ, παιδί μου
    alors ma petite, ça va ?

(διάλεκτος)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
petit petits

petit (fr) αρσενικό

  1. ο νεοσσός (το μικρό ενός ζώου)
    cet animal vient d’avoir des petits - αυτό το ζώο μόλις έκανε μικρά
  2. κάτι πρόσθετο, παραπάνω, ακόμα
    mets-nous en un petit ! - βάλε μας ακόμα ένα (εννοείται ένα ποτήρι κρασί)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: quelque chose en plus, autre
  3. (οικείο) ένα ατού στο παιχνίδι ταρό
    je me suis fait prendre le petit au bout (= à la dernière levée).

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

petit (fr)

  1. (παρωχημένο) λίγο.
    • Qu’avez-vous ? Vous grondez, ce me semble, un petit ? — (Molière)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Ομώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]



Vexilloid of the Roman Empire.svg Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

petit (la)

  1. τρίτο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος petere (« προσπαθώ, πηγαίνω, συναντώ»).
    το σήμα του πανεπιστημίου του Aarhus είναι Solidum petit in profundis, « ψάχνει ένα θεμέλιο στα βάθη ».
    το σήμα της πολιτείας της Μασσαχουσέτης είναι Ense petit placidam sub libertate quietem, « με τα όπλα ψάχνει την ειρήνη μέσα στην ελευθερία ».



Flag of Finland.svg Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

petit (fi)

  1. δεύτερο ενικό πρόσωπο του αορίστου της οριστικής του ρήματος pettää

Wiki puzzle.svg Αναγραμματισμοί [επεξεργασία]