petrolo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

petrolo < petrol- + -o

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

petrolo (eo)

Συνώνυμα[επεξεργασία]