peureux
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- peureux < peur
Προφορά
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | peureux | peureux |
| θηλυκό | peureuse | peureuses |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]peureux (fr)