phage
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- phage < (αφαίρεση) bactériophage
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| phage | phages |
phage (fr) αρσενικό
| ενικός | πληθυντικός |
| phage | phages |
phage (fr) αρσενικό