Μετάβαση στο περιεχόμενο

philologicus

Από Βικιλεξικό

Διαγλωσσικοί όροι (mul)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
philologicus < (λόγιο δάνειο) νεολατινική philologicus

Επίθετο

[επεξεργασία]

philologicus (en) (κλίση, κατά τα λατινικά philologicus

Εκφράσεις

[επεξεργασία]



Νεολατινικά (la-new)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
philologicus < λατινική philolog(us) + -icus (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Επίθετο

[επεξεργασία]

philologicus, -a, -um (la)

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική philologicus philologica philologicum philologicī philologicae philologica
γενική philologicī philologicae philologicī philologicōrum philologicārum philologicōrum
δοτική philologicō philologicae philologicō philologicīs philologicīs philologicīs
αιτιατική philologicum philologicam philologicum philologicōs philologicās philologica
κλητική philologice philologica philologicum philologicī philologicae philologica
αφαιρετική philologicō philologicā philologicō philologicīs philologicīs philologicīs
(Επίθετα) (Μετοχές) (Αντωνυμίες) (Γερουνδιακά)