photo-robot
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| photo-robot | photos-robots |
photo-robot (fr) θηλυκό
- (σπάνιο) προσωπογραφία που γίνεται από την αστυνομία για την αναζήτηση κάποιου, σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνουν μάρτυρες