Μετάβαση στο περιεχόμενο

photogravure

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fɔ.to.ɡʁa.vyʁ/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
photogravure photogravures

photogravure (fr) θηλυκό