physiocratie
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| physiocratie | physiocraties |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- physiocratie < physio- + -cratie
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: φυσιοκρατία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]physiocratie (fr) θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- physiocratie - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- physiocratie - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé