Μετάβαση στο περιεχόμενο

physiocratie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
physiocratie physiocraties

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
physiocratie < physio- + -cratie
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: φυσιοκρατία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

physiocratie (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]