pişirmek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

pişirmek (tr)

  • μαγειρεύω, παρασκευάζω φαγητό συνδυάζοντας υλικά, συνήθως χρησιμοποιώντας κάποια πηγή θερμότητας.

Κλίση[επεξεργασία]