pianista

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική (mianownik) pianista pianiści
γενική (dopełniacz) pianisty pianistów
δοτική (celownik) pianiście pianistom
αιτιατική (biernik) pianistę pianistów
οργανική (narzędnik) pianistą pianistami
τοπική (miejscownik) pianiście pianistach
κλητική (wołacz) pianisto pianiści

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pianista (pl) αρσενικό

  1. ο πιανίστας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]