pianiste
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| pianiste | pianistes |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pianiste (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- o πιανίστας - η πιανίστρια, η πιανίστα
| ενικός | πληθυντικός |
| pianiste | pianistes |
pianiste (fr) αρσενικό ή θηλυκό