pidgin

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pidgin (en)

  • (γλωσσολογία) στα ελληνικα συνήθως γράφουμε με λατινικούς χαρακτήρες pidgin
    πρόχειρα και σχετικά πρόσφατα συναποτελούμενη από άλλες γλώσσα, δεν εμφανίζει γραμματική και λεξιλογική συνοχή, η πρωτο-pidgin γλώσσα αποτελείται από λέξεις άλλων γλωσσών με κάποιες λίγες προσθήκες ή μεταβολές, γραμματικά δύνανται να εμφανίζουν ελλείψεις τέτοιες γλώσσες, πχ προβλήματα με τους χρόνους ή τα πρόσωπα, συχνά προκύπτουν τοπικές λύσεις διότι ακόμη η pidgin γλώσσα εξελίσσεται (αντιθέτως οι γλώσσες creole έχουν συνοχή, τακτικότητα και συνήθως πιο συνεπείς κανόνες διότι είναι παλαιότερες και εξελίχθηκαν)





Attention Sign.svg Προσοχή![επεξεργασία]

ΟΧΙ pigeon


Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pidgin pidgins

pidgin (fr) αρσενικό

  1. (γλωσσολογία) η γλώσσα πίτζιν

Σύνθετα[επεξεργασία]