pieniądz

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpʲjɛ̇̃ɲɔ̃nʦ̑/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pieniądz (pl) αρσενικό

  1. το χρήμα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • czas to pieniądz
  • rzucać pieniądze w błoto
  • pieniądze nie śmierdzą
  • spać na pieniądzach

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • χρησιμοποιείται συνήθως στον πληθυντικό (pieniądze)