piercing

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

piercing < pierce

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

piercing (en)

  • το τρύπημα
  • η τρύπα που πραγματοποιείται στο ανθρώπινο σώμα με σκοπό να τοποθετηθεί κάποιο κόσμημα

Επίθετο[επεξεργασία]

piercing (en)

piercing cold, piercing scream