pierre précieuse
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]pierre précieuse (fr) θηλυκό
Απόγονοι
[επεξεργασία]pierre précieuse (γαλλικά)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ λίθος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Πηγές
[επεξεργασία]- pierre - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé