pierwiastek

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

pierwiastek 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pierwiastek (pl) αρσενικό

  1. (μαθηματικά) ρίζα (αριθμού ή συνάρτησης ή εξίσωσης)
  2. (χημεία) στοιχείο