pierwiastek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pierwiastek (pl) αρσενικό

  1. (μαθηματικά) ρίζα (αριθμού ή συνάρτησης ή εξίσωσης)
  2. (χημεία) στοιχείο