Μετάβαση στο περιεχόμενο

pierwsza

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

pierwsza (pl)

  • θηλυκό του pierwszy στην ονομαστική του ενικού, πρώτη