piga

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Καταλανικά (ca) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

piga (ca)

  • ελιά (κηλίδα του δέρματος)