pioneer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pioneer (en)

  1. o σκαπανέας, ο πρωτοπόρος
  2. ο πιονιέρος

Ρήμα[επεξεργασία]

  • πρωτοπορώ, ανακαλύπτω, εγκαινιάζω γνωστικό τομέα