piss
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]- (μη μετρήσιμο) το κάτουρο
The house stank of cat piss.
- Το σπίτι βρομοκοπούσε κάτουρο γάτας.
Is this beer or piss?
- Μπίρα είναι αυτή ή κάτουρο;
- (μόνο ενικός) το κατούρημα
I’m going for a piss. (βρετανικά αγγλικά)
I’m taking a piss. (αμερικανικά αγγλικά)
- Πάω για κατούρημα.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη urine
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | piss |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | pisses |
| αόριστος | pissed |
| παθητική μετοχή | pissed |
| ενεργητική μετοχή | pissing |
piss (en) (μεταβατικό & αμετάβατο, αργκό, χυδαίο)