Μετάβαση στο περιεχόμενο

piss

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

piss (en) (αργκό, χυδαίο)

  1. (μη μετρήσιμο) το κάτουρο
    παράδειγμα  The house stank of cat piss.
    Το σπίτι βρομοκοπούσε κάτουρο γάτας.
    παράδειγμα  Is this beer or piss?
    Μπίρα είναι αυτή ή κάτουρο;
  2. (μόνο ενικός) το κατούρημα
    παράδειγμα  I’m going for a piss. (βρετανικά αγγλικά)
    παράδειγμα  I’m taking a piss. (αμερικανικά αγγλικά)
    Πάω για κατούρημα.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη urine
ενεστώτας piss
γ΄ ενικό ενεστώτα pisses
αόριστος pissed
παθητική μετοχή pissed
ενεργητική μετοχή pissing

piss (en) (μεταβατικό & αμετάβατο, αργκό, χυδαίο)

  • κατουράω
    παράδειγμα  Don’t piss in the street.
    Μην κατουράς στο δρόμο.
    παράδειγμα  I pissed myself out of fear.
    Κατουρήθηκα από το φόβο μου.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη urinate

Παράγωγα

[επεξεργασία]