piss off

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

piss off (en), αόρ. - παθ. μτχ: pissed off

He was so bad-mannered that he pissed me off at once