Μετάβαση στο περιεχόμενο

pithécanthrope

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /?/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pithécanthrope pithécanthropes

pithécanthrope (fr) αρσενικό