Μετάβαση στο περιεχόμενο

pitiably

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pitiably < pitiable

Επίρρημα

[επεξεργασία]

pitiably (en)