Μετάβαση στο περιεχόμενο

pivot

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pivot pivots

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pivot (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]