pivot

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Γαλλικά (fr) [edit]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

ενικός πληθυντικός
pivot pivots

pivot (fr) αρσενικό

  1. η στρόφιγγα

Συγγενικές λέξεις[edit]