Μετάβαση στο περιεχόμενο

pix

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pix < πρώτη χρήση το 1932

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɪks/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pix (en) πληθυντικός



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pix < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pik- (πίσσα, ρητίνη). Συγγενή: αρχαία ελληνική πίσσα.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pix (la) θηλυκό

Απόγονοι

[επεξεργασία]

pix (λατινικά)

γαλλικά: poix