pix
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- pix < πρώτη χρήση το 1932
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pix (en) πληθυντικός
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- pix < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pik- (πίσσα, ρητίνη). Συγγενή: αρχαία ελληνική πίσσα.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pix (la) θηλυκό
Απόγονοι
[επεξεργασία]pix (λατινικά)
Πηγές
[επεξεργασία]- pix - Gaffiot, Félix (1934) Dictionnaire illustré latin-français, Hachette [Γκαφιό, Φελίξ (1934) Εικονογραφημένο λατινογαλλικό λεξικό, Ασέτ] (στα γαλλικά)
- pix - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.