plaisancier

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό plaisancier plaisanciers
θηλυκό plaisancière plaisancières

plaisancier (fr)

  1. αυτός που επιδίδεται στη ναυτιλία αναψυχής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]