plait
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]plait (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | plait |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | — |
| αόριστος | — |
| παθητική μετοχή | — |
| ενεργητική μετοχή | — |
plait (en)