Μετάβαση στο περιεχόμενο

plantu

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

plantu (eo)

  • προστακτική του ρήματος planti