plasmon
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| plasmon | plasmons |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- plasmon (νεολογισμός) < plasm + -on. Η λέξη plasmon προτάθηκε το 1952 σε δημοσίευση των David Pines και David Bohm.[1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]plasmon (en)
Παράγωγα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
plasmon στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ David Pines, David Bohm. (1952). "A Collective Description of Electron Interactions: II. Collective vs Individual Particle Aspects of the Interactions." Physical Review', 85 (2), 15/1/1952, σελ.338–353
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]plasmon (eo)