Μετάβαση στο περιεχόμενο

plasticité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
plasticité plasticités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

plasticité (fr) θηλυκό