plen

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Καταλανικά (ca) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

plen (ca)

  1. γεμάτος, πλήρης