Μετάβαση στο περιεχόμενο

plen

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
plen < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πλέον

Επίρρημα

[επεξεργασία]

plen

  • pléo(n) ~ plén ~ ple' - σελίδα 207 -Astorre Pellegrini Il dialetto greco-calabro di Bova [Η ελληνοκαλαβρική διάλεκτος της Μπόβα], τόμος 1ος, Torino, Ρώμη: Ermanno Loescher, 1880



Καταλανικά (ca)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
plen < (κληρονομημένο) λατινική plenus

Επίθετο

[επεξεργασία]

plen (ca)