plen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Καταλανικά (ca) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

plen (ca)

  1. γεμάτος, πλήρης