plendi

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
plendi < plend- + -i
ρήμα plendi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας plendas plendanta plendata
αόριστος plendis plendinta plendita
μέλλοντας plendos plendonta plendota
υποθετική plendus - -
προστακτική plendu - -

plendi (eo)



Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

plendi (io)