Μετάβαση στο περιεχόμενο

pleurnichard

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

pleurnichard (fr)

      ενικός         πληθυντικός  
pleurnichard pleurnichards

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pleurnichard (fr) αρσενικό